Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Υψηλές οι επιδόσεις μαθητών με δίγλωσση ανατροφή

Ευχή και όχι πρόβλημα είναι η δίγλωσση ανατροφή για τα παιδιά σε μια οικογένεια. Νεότερες επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι τα μικρά παιδιά που μεγαλώνουν σε ένα σπίτι όπου ακούγονται δύο γλώσσες (π. χ. η μητρική τους και αυτή της χώρας όπου ζουν) όχι μόνο δεν υστερούν, αλλά θα είναι καλύτερη η γλωσσική τους ανάπτυξη στο σχολείο, η ικανότητα και συμπεριφορά τους.

Τα νεότερα πορίσματα αντικρούουν την αντίληψη που συχνά επικρατεί σε μετανάστες «ότι είναι καλύτερο τα παιδιά, για λόγους προσαρμογής και εκπαίδευσης, να μιλούν μέσα και έξω από το σπίτι τη γλώσσα της χώρας όπου ζουν» και «δικαιώνουν» και επιστημονικά τους Έλληνες μετανάστες που επέμεναν να μαθαίνουν στα παιδιά τους τη μητρική γλώσσα.
«Τα τελευταία πορίσματα ευρωπαϊκών μελετών αποδεικνύουν ότι τα δίγλωσσα παιδιά είναι περισσότερο ευνοημένα σε επίπεδο σκέψης, αντίληψης, επίλυσης προβλημάτων από τα μονόγλωσσα», ανέφερε μιλώντας στην «Κ» η διευθύντρια του Εργαστηρίου Γλωσσικής Ανάπτυξης του ΑΠΘ και υπεύθυνη της νεοσύστατης υπηρεσίας «Με δύο γλώσσες» κ. Ιάνθη-Μαρία Τσιμπλή. 

Τα ζητήματα ανατροφής και εκπαίδευσης σε δύο γλώσσες θα εξεταστούν σε εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα στην αίθουσα τελετών του ΑΠΘ με αφορμή το ξεκίνημα της υπηρεσίας υπό την αιγίδα του ΑΠΘ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.

Η υπηρεσία «Με δύο γλώσσες» θα απαντά σε ερωτήσεις γύρω από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο δίγλωσσος ομιλητής. Θα γνωστοποιεί τα οφέλη της διγλωσσίας, θα προβάλλει τις πιο πρόσφατες απόψεις για τη δίγλωσση ανάπτυξη, θα προωθεί αιτήματα εκπαίδευσης που αφορούν τις δίγλωσσες οικογένειες και κοινότητες.
Το συνηθέστερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι μαθητές που ζουν ανάμεσα σε δύο ή τρεις γλώσσες είναι οι χαμηλές επιδόσεις τους, ως συνέπεια της εκπαιδευτικής απομόνωσής τους. «Θεωρούνται κατωτέρου επιπέδου μαθητές», επισημαίνει η κ. Τσιμπλή. Ωστόσο, «άλλο η γλωσσική δυσκολία και άλλο η μαθησιακή δυσκολία. Οι εκπαιδευτικοί συχνά δεν ξέρουν πώς να αντιμετωπίσουν αυτές τις καταστάσεις και η νέα υπηρεσία μπορεί να δώσει λύσεις σε εκπαιδευτικούς και γονείς» πρόσθεσε η ίδια.

Αν και σε χώρες του εξωτερικού είναι αρκετά συχνό ένα παιδί να μιλάει πάνω από μία γλώσσα, η Ελλάδα μόλις πρόσφατα βίωσε τη διγλωσσία, αλλά και την πολυγλωσσία. Στη χώρα μας, σύμφωνα με τους διοργανωτές, η διγλωσσία έχει κυρίως δύο καταγωγές. Τα παιδιά από μεικτούς γάμους και τα παιδιά από μεταναστευτικές οικογένειες. Μια τρίτη (αριθμητικά μικρότερη) ομάδα είναι τα παιδιά Ελλήνων γονέων που στέλνουν τα παιδιά τους σε αλλόγλωσσο σχολείο (πχ. γαλλικό, αγγλικό, γερμανικό).

Εκτιμήσεις
Δεν υπάρχουν αξιόπιστες καταγραφές για το ποσοστό των δίγλωσσων παιδιών στην Ελλάδα. Εκτιμάται, πάντως, ότι ξεπερνάει το 10% του συνολικού μαθητικού πληθυσμού, με τους μεγαλύτερους αριθμούς σε Αθήνα και Δυτική Θεσσαλονίκη. Σχεδόν σε κάθε σχολική τάξη φοιτούν 1-4 δίγλωσσα παιδιά. Το 2002-03 το σύνολο των δίγλωσσων παιδιών υπολογιζόταν στις 96.500.

Πηγή: Θανάσης Τσιγγανάς «Καθημερινή»



Διαβάστε ακόμη


Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Πειθαρχία: Τα συνηθέστερα λάθη των γονιών




Λίγα πράγματα μπορούν να βγάλουν τους γονείς εκτός ορίων και να διαταράξουν την αυτοπεποίθησή τους περισσότερο από το να προσπαθούν να πειθαρχήσουν τα παιδιά τους. Η πλαστελίνη που για ακόμα μία φορά έχει κολλήσει σε κάθε γωνία του σπιτιού, το γεγονός ότι δεν κάθεται στο καθισματάκι του αυτοκινήτου με τίποτα, το γιαούρτι που εκσφενδονίζεται στο πάτωμα… όλα αυτά τα "σκηνικά" μπορείτε να τα διορθώσετε. Αρκεί να μπορέσετε να επιβληθείτε.

Να είστε συνεπείς
Όταν λέτε στο παιδί ότι δεν θα δει τηλεόραση αν δεν καθαρίσει το δωμάτιό του, ωστόσο μετά από λίγο υποχωρείτε και τελικά το αφήνετε, το μόνο που καταφέρνετε είναι να το μπερδέψετε. Οι ειδικοί επιμένουν ότι οι γονείς πρέπει να είναι συνεπείς στα λεγόμενά τους, γιατί αν δεν είναι, στέλνουν στο παιδί το διττό μήνυμα ότι κάποιες φορές εννοούν αυτά που λένε και άλλες όχι. Αν, όμως, τηρούν το λόγο τους, το παιδί θα καταλάβει ότι δεν αστειεύονται όταν λένε κάτι. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχουν και να μην εκτοξεύουν «απειλές» που δεν θα καταφέρουν να τηρήσουν (π.χ. δεν θα σου φέρει δώρο ο Αϊ Βασίλης φέτος).

Μην ξεχνάτε την ηλικία του παιδιού
Πριν πειθαρχήσετε το παιδί σας θυμηθείτε την ηλικία του. Όταν, για παράδειγμα, το μωρό ρίχνει κάτω το φαγητό του, μην περιμένετε να το καθαρίσει. Όταν το νήπιο αρνείται να φάει το φαγητό του συχνά το κάνει για να παίξετε μαζί του προκειμένου να φάει. Κι όταν το 5χρονο παιδί πετά το φαγητό στο πάτωμα, αντιλαμβάνεστε ότι είναι δείγμα επίδειξης ισχύος. Το πώς θα αντιδράσετε στην κάθε περίπτωση (και ηλικία) διαφέρει: Στα μωρά και τα νήπια η ασφάλεια είναι το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να ενδιαφέρει τους γονείς. Ένα δυνατό «όχι», λοιπόν, αρκεί όταν πάνε να κάνουν κάτι που απειλεί την ασφάλειά τους, π.χ. να ακουμπήσουν τον φούρνο. Εκείνη τη στιγμή, μάλιστα, πρέπει να τους δώσετε μία εναλλακτική, π.χ. ένα παιχνίδι. Επίσης, πρέπει να επικροτείτε την καλή συμπεριφορά και να δείχνετε αδιαφορία στην κακή συμπεριφορά όπως οι κρίσεις κλάματος (temper tantrums).
Στα παιδιά προσχολικής ηλικίας η συνέπεια παίζει τον σημαντικότερο ρόλο. Φροντίστε, λοιπόν, οι κανόνες σας να είναι ξεκάθαροι και μείνετε πιστοί σε αυτούς. Επίσης, δώστε χρόνο στα παιδιά αυτά προκειμένου να μεταβούν από μία δραστηριότητα σε μία άλλη και εξηγήστε τους με λεπτομέρεια πώς περιμένετε από αυτά να συμπεριφέρονται και τι θα γίνει αν δεν συμπεριφέρονται σωστά.
Στα παιδιά σχολικής ηλικίας χρειάζονται επίσης κανόνες, αλλά πλέον έχουν ανάγκη να εκφράζουν και εκείνα την άποψή τους. Δίνετε, λοιπόν, πάντα στο παιδί εναλλακτικές για να διαλέξει και αφήστε το να σας βοηθήσει να βρείτε τρόπους να διαχειριστείτε τα διάφορα προβλήματα συμπεριφοράς.

Μην παίζετε τον καλό και κακό αστυνόμο
Πόσες φορές δεν έχουμε πει «περίμενε να έρθει ο πατέρας σου, και θα δεις», προκειμένου να κάνουμε το παιδί να τρομάξει και να σταματήσει κάποια αταξία; Οι ειδικοί, όμως, προειδοποιούν ότι τέτοιες τακτικές όχι μόνο βάζουν τον έναν γονιό στη μαύρη λίστα, στο μυαλό του παιδιού, αλλά στέλνουν και το μήνυμα ότι εσείς δε μπορείτε να χειριστείτε την κατάσταση. Είναι προτιμότερο, την επόμενη φορά που θα βρεθείτε σε αυτή τη θέση να πείτε κάτι του στιλ «όταν επιστρέψει ο πατέρας σου θα συζητήσουμε για τις επιπτώσεις των πράξεών σου» -έτσι το παιδί μαθαίνει πως η μαμά και ο μπαμπάς είναι ομάδα.

Οι φωνές και τα ουρλιαχτά δεν βοηθούν
«Φόρα μπουφάν!», «Βούρτσισε τα δόντια σου!», «Καθάρισε το δωμάτιό σου!», ο αυταρχισμός δεν έκανε ποτέ κανένα παιδί να συμπεριφέρεται καλά. Οι ειδικοί λένε πως όταν διατάζουμε το παιδί να κάνει συνήθως το σώμα του σφίγγεται και ο εγκέφαλός του στέλνει το μήνυμα «αντιστάσου». Προτείνουν, λοιπόν, να απευθυνόμαστε στα παιδιά με ερώτηση, π.χ. «τι θα έπρεπε να φορέσεις για να μην κρυώνεις;» ή «πώς θα εξασφαλίσουμε ότι κανείς δεν θα πέσει πάνω στα παιχνίδια που είναι πεταμένα στο δωμάτιό σου;». Οι ερωτήσεις κάνουν το παιδί να σκεφτεί την απάντηση που θα δώσει και το βοηθούν να νιώσει πιο ικανό και πρόθυμο να συνεργαστεί.

Το «ένα-δύο-τρία»
Οι γονείς συνηθίζουν να μετρούν μέχρι το τρία όταν θέλουν γρήγορα αποτελέσματα. Και παρόλο που μπορεί πράγματι κάποιες φορές να παρακινούν έτσι το παιδί, η μέθοδος αυτή έχει το μειονέκτημα ότι το παιδί μαθαίνει ότι δεν χρειάζεται να ακούσει αυτό που πρέπει να κάνει με την πρώτη φορά –του δίνει δύο, δυόμιση, δύο και τρία τέταρτα, τρεις ευκαιρίες μέχρι να κινητοποιηθεί. Αντίθετα, όταν θέλουμε το παιδί μας να κάνει κάτι άμεσα, οι ειδικοί λένε πως θα πρέπει να το κοιτάζουμε στα μάτια και είναι είμαστε ξεκάθαροι σε αυτό που θα του ζητήσουμε. Επίσης, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε δηλώσεις όπως «αν δεν σταματήσεις να πετάς πέτρες θα φύγουμε από το πάρκο».

Η μέθοδος «χρόνος να σκεφτεί»
Πολλοί γονείς χρησιμοποιούν την «σκεφτούλα» ή την «καρέκλα της σκέψης» για να πειθαρχήσουν ένα παιδί.  Οι ειδικοί, όμως, λένε πως η μέθοδος αυτή θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε ορισμένες αρνητικές συμπεριφορές και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ανάλογο με την ηλικία του παιδιού (οι Αμερικανοί παιδίατροι τον προσδιορίζουν σε 1 λεπτό ανά έτος). Η μέθοδος αυτή, βέβαια, δεν είναι πάντα αποτελεσματική. Για παιδιά με ισχυρή θέληση μία τέτοια τιμωρία οδηγεί σε μάχη ισχύος με τον γονιό και δεν πετυχαίνει το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή να βοηθήσει το παιδί να φερθεί καλύτερα στο μέλλον. Ίσως, λοιπόν, οι γονείς να έχουν καλύτερα αποτελέσματα αν αφιερώσουν χρόνο στο να εκπαιδεύσουν το παιδί στις σωστές συμπεριφορές ή αν εφαρμόσουν «τιμωρίες» που το παιδί θα σεβαστεί περισσότερο, π.χ. που εξηγούν ότι κάθε κακή συμπεριφορά έχει κάποια επίπτωση. Σκεφτείτε, λοιπόν, αν η παραπάνω μέθοδος ταιριάζει στο παιδί σας και εφαρμόστε την κατά περίπτωση.

Αποφύγετε τις γενικότητες
Πολλές φορές όταν οι γονείς θέλουν να συμμορφώσουν τα παιδιά λένε μία γενικότητα του στιλ «σταμάτα να είσαι τόσο ζωηρός» και πιστεύουν ότι το παιδί κατάλαβε τι πρέπει να κάνει –ενώ δεν έχει καταλάβει τίποτα. Οι ειδικοί συνιστούν να είναι οι γονείς πιο συγκεκριμένοι όταν ζητούν κάτι από το παιδί, π.χ. μην χτυπάς τα πόδια στο πάτωμα γιατί μπορεί να ενοχλείς αυτούς που μένουν από κάτω ή γιατί με πονάει το κεφάλι μου». Έτσι το παιδί θα καταλάβει ακριβώς τι δεν πρέπει να κάνει.

Μην ξεχνάτε το «μάθημα»
Είναι εύκολο για τον γονιό να λέει «μη» και «όχι» στο παιδί, αλλά οι διαταγές αυτές απλά σταματούν μία πράξη, δεν έχουν εκπαιδευτική αξία. Το παιδί, λοιπόν, μπορεί να μην καταλάβει τι ακριβώς δεν θέλουμε να κάνει και για ποιον λόγο. Έτσι, όταν π.χ. τρέχει μέσα στο σπίτι είναι προτιμότερο να λέτε κάτι όπως «σε παρακαλώ μην τρέχεις μέσα στο σπίτι για να μην πέσεις και χτυπήσεις». Να θυμάστε πάντα πως όταν συμμορφώνετε το παιδί για μία πράξη του, μαθαίνει κάτι για την συμπεριφορά του, π.χ. ότι είναι ανάρμοστη ή επικίνδυνη, και δίνετέ του μία καλύτερη εναλλακτική.

Μην ξεχνάτε την αγάπη
Τα παιδιά πρέπει να ξέρουν ότι ακόμα κι αν θέλουμε να αλλάξουμε την συμπεριφορά τους, τα αγαπάμε άνευ όρων. Δεν πρέπει, λοιπόν, ποτέ να τους λέμε ότι «αν κάνεις αυτό δεν θα σε αγαπάω». Αντίθετα, πρέπει να τους λέμε «σ’ αγαπώ, αλλά η απάντηση είναι όχι» ή να ακουμπάμε το χέρι μας στους ώμους όταν τους μιλάμε ή τα μαλώνουμε για κάτι για να νιώθουν ότι είναι σημαντικά για εμάς.

Η δωροδοκία
Πόσες φορές δεν έχουμε στο παιδί ότι αν σταματήσει να κάνει κάτι που μας ενοχλεί θα του αγοράσουμε ένα γλυκό ή ένα δώρο; Το πιθανότερο είναι πως έχει σταματήσει, όμως τέτοιες τεχνικές δεν είναι πολύ αποτελεσματικές μακροπρόθεσμα.  Όπως λένε οι ειδικοί, τα παιδιά μαθαίνουν να σκέφτονται «θα είμαι καλή για να έχω ανταμοιβή» και όχι «θα είμαι καλή γιατί νιώθω ωραία όταν κάνω καλές πράξεις». Επίσης, με την τεχνική αυτή θα έρθει η στιγμή που το παιδί θα θέλει δωροδοκία για να κάνει οτιδήποτε: Να καθαρίσει το δωμάτιό του, να ετοιμαστεί για το σχολείο. Αντίθετα, προσπαθήστε, όταν το παιδί κάνει μία καλή πράξη να το επιβραβεύετε με τα λόγια και την στάση σας, π.χ. «μπράβο! Είμαι περήφανη για εσένα που καθάρισες το δωμάτιό σου!».

Μην το κάνετε προσωπικό
Όταν λέμε στο παιδί μας «είσαι κακό παιδί» αντί για «η συμπεριφορά αυτή είναι κακή» στέλνουμε λάθος μήνυμα. Σκοπός μας δεν είναι να επιτεθούμε στο ίδιο το παιδί κάνοντας κριτική στον χαρακτήρα του, αλλά να δώσουμε έμφαση στο πόσο λάθος μπορεί να είναι μία συμπεριφορά. Όπως λένε οι ειδικοί, το παιδί θα πρέπει να καταλάβει πως μπορεί να αλλάξει την συμπεριφορά και τις επιλογές του αλλά όχι τον χαρακτήρα του. Και ότι εμείς δεν διαφωνούμε με τον χαρακτήρα του αλλά με τις επιλογές που έκανε σχετικά με μία πράξη.

Δεν δίνουν το καλό παράδειγμα
Πόσες φορές δεν έχουμε φωνάξει στο παιδί να… σταματήσει να φωνάζει. Ακόμα χειρότερα, υπάρχουν γονείς που χτυπούν το παιδί τους, επειδή χτύπησε κάποιο άλλο. Αν οι ίδιοι οι γονείς δεν σέβονται το παιδί τους, πώς περιμένουν το παιδί να σέβεται αυτούς; Όπως τονίζουν οι ειδικοί, τα παιδιά είναι μιμητικά όντα. Αν, λοιπόν, οι γονείς θέλουν να φέρονται σωστά, θα πρέπει και οι ίδιοι να κάνουν το ίδιο.

Διατηρήστε την ψυχραιμία σας
Πολλές φορές, όταν τα παιδιά περνούν μία κρίση νεύρων και κλαμάτων (tantrum), οι γονείς αντιδρούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: Αρχίζουν, δηλαδή, και οι ίδιοι να ουρλιάζουν και να βγαίνουν εκτός ελέγχου. Αυτό δεν πετυχαίνει τίποτα περισσότερο από το να επιδεινώσει την κατάσταση, λένε οι ειδικοί. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε κάτι τέτοιες στιγμές είναι να κατανοήσει την πηγή του προβλήματος, π.χ. μήπως το παιδί πεινάει ή είναι κουρασμένο; Στη συνέχεια, αν είμαστε σε δημόσιο χώρο θα πρέπει να απομακρύνουμε το παιδί από το πρόβλημα (π.χ. αν είμαστε στις κούνιες, ίσως έχει έρθει η ώρα να φύγουμε), ενώ αν είμαστε στο σπίτι είναι προτιμότερο να περιμένουμε μέχρι η κρίση του παιδιού να τελειώσει. Εφόσον το παιδί βρίσκεται σε συνθήκες ασφαλείας, ίσως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να το αφήσουμε να εκτονωθεί –μερικές φορές είναι αυτό ακριβώς που έχει ανάγκη τη δεδομένη στιγμή.

Πηγή: mama365.gr


Διαβάστε ακόμη:

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Μαθαίνουν αρχαία Ελληνικά υποχρεωτικά για να βελτιώσουν τα Αγγλικά τους!


Υποχρεωτικό μάθημα θα είναι τα αρχαία Ελληνικά σε δεκατρία δημοτικά σχολεία στην Οξφόρδη.
Οι υπεύθυνοι εκπαίδευσης των σχολείων αποφάσισαν να εντάξουν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της επόμενης χρονιάς το μάθημα των αρχαίων Ελληνικών γιατί πιστεύουν ότι έτσι οι μαθητές θα βελτιώσουν τα Αγγλικά τους!!!
Πιστεύεται ότι η εισαγωγή των ελληνικών στα σχολεία μπορεί να έχει θετική επίδραση στην κατανόηση της αγγλικής γλώσσας. Πολλές από τις αγγλικές λέξεις έχουν ρίζες ελληνικές δηλώνει η καθηγήτρια λατινικών Λόρνα Ρόμπινσον, ένθερμη υποστηρικτής της αρχαίας ελληνικής γλωσσάς.
Όπως δήλωσε στους Τάιμς η αρχαία ελληνική γλώσσα "Θα παρέχει τη βάση για να κατανοήσουν οι μικροί μαθητές την πολυπλοκότητα της αγγλικής γραμματικής".

Πηγή: fimotro


Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Να αρχίσει Αγγλικά ή να το αφήσω να παίζει;


Της Λουίζας Βογιατζή, 
συμβουλευτικής ψυχολόγου

Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν να είναι πειθαρχημένα, να αξιοποιούν το χρόνο τους, να κάνουν πράγματα χρήσιμα, παραγωγικά, ωφέλιμα. Το μόνο που παραμένει αμφισβητήσιμο είναι η άποψη ότι όλα αυτά μπορούν να υποκαταστήσουν αυτό που συνήθως στερούν από το παιδί: την ευκαιρία να παίξει, το χρόνο για παιχνίδι.

Τι χρειάζονται πραγματικά τα παιδιά;
Οι γονείς, που έχουν αδιαμφισβήτητα τις καλύτερες προθέσεις, θέλουν να «εξοπλίσουν» τα παιδιά τους με τον πιο πλήρη τρόπο, για να είναι έτοιμα και ικανά να αντιμετωπίσουν τη ζωή και να ευτυχήσουν. Με αυτό το σκεπτικό τα περισσότερα παιδιά τα περιμένει με την καινούργια σχολική χρονιά ένα πρόγραμμα «βαρβάτο», γεμάτο «ωφέλιμες» δραστηριότητες: σχολείο φυσικά, μαθήματα, ξένες γλώσσες, αθλητικές, καλλιτεχνικές και παιδαγωγικές δραστηριότητες.

Όλα αυτά αξιολογούνται από τους γονείς ως «σοβαρά και αναγκαία», σε αντίθεση με το παιχνίδι, που θεωρείται δευτερεύουσας σημασίας, όχι ιδιαίτερα χρήσιμο, απαραίτητο μόνο για να «ξεδίνουν» λίγο τα παιδιά, και άρα δεν «έγινε και τίποτα» αν δεν τους δίνεται και τόσο συχνά η ευκαιρία να παίζουν.

Μπορεί αυτά να ακούγονται υπερβολικά, και σίγουρα πολλοί γονείς θα διαμαρτυρηθούν λέγοντας ότι τα παιδιά τους παίζουν όλη τη μέρα, ότι την ώρα που θα έπρεπε να μελετούν χάνουν την ώρα τους παίζοντας και χαζολογώντας και ότι εν πάση περιπτώσει υπάρχουν και τα Σαββατοκύριακα και οι διακοπές για να παίζουν. Και δεν θα έχουν άδικο, γιατί ο ρόλος τους ως γονιών είναι να φροντίζουν για την εξασφάλιση των αναγκαίων αγαθών, για την τήρηση κανόνων και πειθαρχίας στη ζωή του παιδιού τους και να μεριμνούν για όσα αυτό χρειάζεται για να αντεπεξέλθει στις ευθύνες της μελλοντικής ενήλικης ζωής του.

Δεν εμπίπτει στα παραδοσιακά καθήκοντα των γονιών να ασχολούνται με το παιχνίδι των παιδιών τους, παρά μόνο για να το περιορίσουν, να το ελέγξουν ή σε ορισμένες περιπτώσεις να το παρακολουθήσουν ως θεατές αν έχει, π.χ., τη μορφή αγωνίσματος.

Μπορεί βέβαια να αναρωτηθεί κανείς γιατί τέτοια εμμονή με το παιχνίδι, εφόσον όλα αυτά που κάνουν τα παιδιά αποσκοπούν στο δικό τους καλό, είναι δημιουργικά, επιμορφωτικά και τόσο καλά σχεδιασμένα, ώστε να τους προσφέρουν το μεγαλύτερο κέρδος με τον πιο ευχάριστο τρόπο. Τι άλλο χρειάζεται ένα παιδί για να αναπτυχθεί σωστά;

TΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Τα παιδιά με ψυχικά προβλήματα «δείχνουν» πόσο σημαντικό είναι το παιχνίδι. O διαρκώς αυξανόμενος αριθμός παιδιών και εφήβων με ψυχικές και ψυχοσωματικές διαταραχές, μαθησιακές δυσκολίες, κινητικά προβλήματα, νευρικότητα, άγχος, επιθετικότητα δεν μπορεί παρά να μας αναγκάζει να αμφισβητούμε το πόσο καλά, ωφέλιμα και επαρκή είναι όλα αυτά, που με τόση περίσκεψη έχουν μελετηθεί και επιλεγεί για το καλό τους.

Και μας κάνουν να αναρωτηθούμε αν ο «μεγάλος χαμένος», που είναι το ελεύθερο παιχνίδι των παιδιών, δεν μπορεί να τους προσφέρει επίσης πάρα πολλά, και μάλιστα χωρίς «παρενέργειες». Τι προσφέρει λοιπόν το παιχνίδι στα παιδιά; Το παιχνίδι είναι ένα σημαντικότατο κομμάτι της ζωής των παιδιών από τη βρεφική ηλικία έως την εποχή της ενηλικίωσής τους.

Βέβαια δεν μπορούμε να ασχοληθούμε με τη σημασία του σε κάθε ηλικία του παιδιού χωριστά, αλλά μπορούμε να αναφερθούμε σε ορισμένα βασικά του χαρακτηριστικά, που το καθιστούν τόσο απαραίτητο για την προσωπική και την κοινωνική ολοκλήρωση του κάθε παιδιού, για την ψυχική και σωματική του ανάπτυξη και για τη διανοητική και αισθητική του εξέλιξη. Όλα τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει ένα παιδί ξαναβιώνονται με τρόπο καθαρτικό στο παιχνίδι.

• Αποφορτίζει τις ψυχικές εντάσεις: Όταν τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να παίξουν με σχετική ελευθερία και χωρίς πίεση χρόνου, δημιουργούν μια κατάσταση έντασης και εγρήγορσης και βυθίζονται μέσα στη φανταστική πραγματικότητα, που δημιουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε όλα όσα φαντάζονται, αισθάνονται, επιθυμούν εκείνη τη στιγμή να βιώνονται ως αληθινά.

Ταυτόχρονα  δεν παύουν ούτε στιγμή να ξέρουν ότι παίζουν και να έχουν επίγνωση των ορίων του παιχνιδιού. Αυτή είναι μία κατάσταση που, στην παιδική ηλικία τουλάχιστον, μόνο με το παιχνίδι μπορεί να επιτευχθεί και η οποία δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά να «ξαναζήσουν» ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές, να ανακαλέσουν «καλά» και «κακά» συναισθήματα και να επεξεργαστούν με τον τρόπο τους αυτά που ζουν καθημερινά. Να τα αναπλάσουν δηλαδή, να τα μεταφέρουν σε μια «γλώσσα» που τους είναι πιο προσιτή, να τα συνδέσουν με άλλα πράγματα που γνωρίζουν και έχουν ζήσει και με τον τρόπο τους να τα αξιολογήσουν και να τα αφομοιώσουν.

H χαρά, η λύπη, ο ενθουσιασμός, η προσδοκία, η απογοήτευση, ο φόβος, ο θαυμασμός, η ζήλια, η ντροπή, η περηφάνια, όλα τα συναισθήματα που μπορεί να νιώσει ένα παιδί ξαναβιώνονται με τρόπο καθαρτικό στο παιχνίδι, έτσι ώστε να μειώνονται οι εντάσεις και να μη συσσωρεύονται.

• Αναγνωρίζει την αναγκαιότητα των κανόνων: Το παιχνίδι υπόκειται πάντα σε κάποιους κανόνες, τους οποίους το παιδί είναι υποχρεωμένο να τηρήσει για να μη «χαλάσει» το παιχνίδι. Το παιδί βρίσκεται λοιπόν σε μια κατάσταση στην οποία είτε επιλέγει μόνο του τους κανόνες είτε πειθαρχεί με τη θέλησή του σε κάποιους, επειδή θέλει να παίξει ένα ορισμένο παιχνίδι. Βιώνει δηλαδή και αναγνωρίζει «από πρώτο χέρι» την αναγκαιότητα της ύπαρξης ή της επινόησης και της τήρησης κανόνων για να πραγματοποιηθεί κάτι που το ευχαριστεί, για να γίνει αποδεκτό από μία ομάδα και για να πετύχει ένα σκοπό. Ταυτόχρονα «παίρνει μάθημα ηθικής», καθώς, στα ανταγωνιστικά τουλάχιστον παιχνίδια, είναι υποχρεωμένο να παραμείνει προσκολλημένο στους κανόνες, παρά την επιθυμία του να νικήσει.

• Αναπτύσσει συναισθηματική νοημοσύνη: Στα παιχνίδια με άλλα παιδιά το παιδί μαθαίνει να δημιουργεί και να διατηρεί σχέσεις, να υπολογίζει και να σέβεται τους άλλους, αλλά και να υπερασπίζεται τον εαυτό του και την ανάγκη του για συντροφιά ή για απομόνωση. Μαθαίνει να χτίζει και να αξιολογεί φιλίες, να εμπιστεύεται και να προστατεύει τον εαυτό του από σχέσεις που το βλάπτουν. Ζει την εμπειρία της μοιρασμένης χαράς και λύπης, την ικανοποίηση της συνεργασίας, την αίσθηση της δύναμης που δίνει το να ανήκεις σε μία ομάδα και τις υποχρεώσεις τις οποίες αυτό συνεπάγεται.

H έντονη «δράση» της φαντασίας είναι ο προάγγελος της δημιουργικής μάθησης.

• Μαθαίνει πώς να μαθαίνει: Με το παιχνίδι το παιδί φαντάζεται και δημιουργεί. Παίζοντας καλείται να επιστρατεύσει ό,τι ξέρει για να «στήσει» το παιχνίδι του, να φανταστεί πράγματα και καταστάσεις που δεν υπάρχουν, για να το εμπλουτίσει και να του δώσει ένταση. Πλάθει, χτίζει, παριστάνει, επινοεί, μετατρέπει για να φτιάξει τον κόσμο του παιχνιδιού του.

H φαντασία, χρησιμοποιώντας την έμφυτη περιέργεια και ικανότητα για μάθηση, απογειώνεται προκειμένου το παιχνίδι να γίνει πιο ελκυστικό. Ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτόν το παιδί «φέρνει στα μέτρα του», ανοίγει δρόμους για να κατανοήσει τον πραγματικό κόσμο γύρω του. H έντονη «δράση» της φαντασίας στο παιχνίδι των μικρών παιδιών είναι ο προάγγελος της κατανόησης και της δημιουργικής μάθησης.

• Αποκτά αυτογνωσία:  Στα παιχνίδια μίμησης και μεταμφίεσης το παιδί μπαίνει σε ρόλους ξένους προς αυτό, δοκιμάζοντας έτσι τις δυνατότητές του, αλλά και γνωρίζοντας τα όριά του. Πραγματοποιεί κρυφές ή φανερές επιθυμίες και χαίρεται κάνοντας πράγματα που δεν μπορεί να τα κάνει όταν είναι ο «αληθινός» εαυτός του και δεν προσποιείται.

• Ελέγχει το σώμα του:  Σε κάποια παιχνίδια, κυρίως κινητικά, το παιδί αφήνεται στην ευχαρίστηση που προκαλεί η ακραία σωματική διέγερση, ο ίλιγγος όταν στριφογυρίζει πολύ γρήγορα, πηδάει από ψηλά, φτάνει ψηλά κάνοντας κούνια, κάνει βουτιές στο νερό, σκαρφαλώνει ή κατρακυλάει επιταχύνοντας σε μια κατηφόρα. Ακόμα, τάσεις βίαιες και καταστροφικές εκτονώνονται ακίνδυνα στο παιχνίδι όταν το παιδί γκρεμίζει τον πύργο που έφτιαξε, ψαλιδίζει τη ζωγραφιά του, κουρεύει την κούκλα του, διαλύει ένα μηχανικό παιχνίδι για να δει πώς είναι το εσωτερικό του.

TΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ;
Δεν έχεις την ευκαιρία να ξαναπαίξεις σαν παιδί, αν δεν προλάβεις να παίξεις στην παιδική σου ηλικία.

Αυτή η απαρίθμηση των θετικών συνεπειών του παιχνιδιού για τα παιδιά θα μπορούσε να συνεχιστεί. Δεν αναφερθήκαμε στην αξία του παιχνιδιού για τη σωματική ανάπτυξη, την αντίληψη του χώρου και του χρόνου, την ικανότητα για συγκέντρωση και εστίαση της προσοχής, την εμπειρία της ανιδιοτέλειας και της μη σκοπιμότητας, την αίσθηση του ρυθμού και της αρμονίας που χαρακτηρίζει ορισμένα είδη παιχνιδιού και πολλά άλλα.

Ας ασχοληθούμε λίγο με τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις που συνδέονται με το παιχνίδι των παιδιών, για να δούμε ποιοι είναι οι λόγοι που κάνουν τους γονείς συνυπεύθυνους για κάτι που «κανονικά» δεν θα έπρεπε να τους απασχολεί παρά μόνο περιφερειακά. Το πρόβλημα είναι ότι οι συνθήκες της ζωής -ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις, όπου ζουν και τα περισσότερα παιδιά- κάνουν τα παιδιά να εξαρτώνται από τους ενηλίκους για να μπορέσουν να παίξουν, εφόσον δεν μπορούν -παρά πολύ περιορισμένα- να κινηθούν μόνα τους στην περιοχή όπου ζουν. 

Για να υπάρξει, να δημιουργηθεί παιχνίδι, χρειάζεται ένα ή περισσότερα παιδιά, ένας χώρος προστατευμένος από κινδύνους αλλά και από ενηλίκους που να ασκούν διαρκή έλεγχο, χρόνος αρκετός και απερίσπαστος, τόσος ώστε να μπορεί να εξελιχθεί η δράση του παιχνιδιού και να υπάρξει κάποια κορύφωση (δηλαδή να μη μένει το παιχνίδι συνέχεια στην αρχή ή στη μέση) και ενδεχομένως κάποια παιχνίδια ή αντικείμενα που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν παιχνίδια, χωρίς όμως αυτά να είναι πάντα απαραίτητα.

Και εδώ είναι που αρχίζουν οι δυσκολίες. Το μόνο από αυτά τα τρία που διαθέτει η πλειοψηφία των παιδιών σε βαθμό υπερβολής είναι και το λιγότερο αναγκαίο: τα παιχνίδια. Αυτό που μπορούν όμως να κάνουν οι γονείς είναι να εκτιμήσουν το παιχνίδι ως κάτι απόλυτα αναγκαίο και πολύτιμο για τα παιδιά και να το αφήσουν να έχει το χώρο του και, κυρίως, το χρόνο του μέσα στο καθημερινό τους πρόγραμμα. Μπορεί η δεύτερη ή η τρίτη γλώσσα, το μάθημα πιάνου, η κολύμβηση να είναι απαραίτητα εφόδια για τα παιδιά, αλλά δεν είναι ευκαιρίες που χάνονται για πάντα αν δεν γίνουν στην παιδική ηλικία.

Αν δεν μάθεις τάε-κβο-ντό στα 6 σου χρόνια, μπορείς να μάθεις στα 26 -αν το χρειαστείς-, μπορείς να μάθεις κιθάρα στα 60, αν το θελήσεις, και να κολυμπάς σαν θαλασσόλυκος, έστω και αν δεν έχεις μάθει τις σωστές κινήσεις στο κολυμβητήριο. Δεν θα έχεις όμως ποτέ την ευκαιρία να ξαναπαίξεις σαν παιδί, αν δεν προλάβεις να παίξεις στην παιδική σου ηλικία.

Πηγή: vita.gr

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Οι Βρετανοί μιλούν χειρότερα από όλους τους άλλους τις ξένες γλώσσες


Οι Βρετανοί ταξιδιώτες αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες στην επικοινωνία στο εξωτερικό.

Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε, πως μόνο το 11% των κατοίκων της Μεγάλης Βρετανίας μιλούν καλά μια ξένη γλώσσα. Ταυτόχρονα οι 22% των Βρετανών δεν μπορούν να προφέρουν σε μια ξένη γλώσσα ούτε μια λέξη.

Οι πιο ταλαντούχοι από την άποψη αυτή αποδείχθηκαν οι Γερμανοί: οι 70% από αυτούς μιλούν ελεύθερα τουλάχιστον μια ξένη γλώσσα, και μόνο το 1% δεν μπορεί να πει σε ξένη γλώσσα ούτε μια λέξη. Μιλούν άριστα τουλάχιστον μια ξένη γλώσσα το 51% των Ιταλών, το 50% των Γάλλων και το 43% των Ισπανών, πληροφορεί το The Telegraph.

Πηγή: onair24.gr


Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Οι ξένες γλώσσες κάνουν καλό... στον εγκέφαλο


           Σύμφωνα με νέα έρευνα

Όσοι κάνουν εντατικά μαθήματα για να μάθουν καλά μια ξένη γλώσσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, προκαλούν διόγκωση του εγκεφάλου τους, ιδίως ορισμένων συγκεκριμένων τμημάτων, σύμφωνα με μια νέα σουηδο-γερμανική επιστημονική έρευνα.

Η μελέτη μάλιστα δείχνει ότι η εκμάθηση ξένων γλωσσών βοηθά τον εγκέφαλο να βρίσκεται σε φόρμα, απομακρύνοντας έτσι τον κίνδυνο πρόωρης εμφάνισης των συμπτωμάτων της νόσου Αλτσχάιμερ.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Γιόχαν Μέρτενσον του Τμήματος Ψυχολογίας του πανεπιστημίου του Λουντ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό νευροεπιστήμης «NeuroImage», μελέτησαν μια ομάδα νεαρών μαθητών της Μεταφραστικής Ακαδημίας των Σουηδικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Ουψάλα, οι οποίοι καλούνται να μάθουν ξένες γλώσσες με πολύ ταχύ ρυθμό, που σπάνια συναντάται σε παρόμοια προγράμματα εκμάθησης. Οι σπουδαστές πρωί και βράδυ, ακόμα και τα Σαββατοκύριακα, μαθαίνουν εντατικά ξένες γλώσσες.

Οι επιστήμονες, οι οποίοι μελέτησαν με τεχνικές νευροαπεικόνισης τους εγκεφάλους των εθελοντών αρχικά προτού ξεκινήσουν τα μαθήματα των διαφόρων ξένων γλωσσών που συνήθως δε γνώριζαν καθόλου (όπως ρωσικά, αραβικά κ.α.) και στη συνέχεια έπειτα από τρεις μήνες μαθημάτων, διαπίστωσαν μια σειρά από σημαντικές αλλαγές στον εγκέφαλό αυτών των σπουδαστών.

Μάλιστα για να έχουν μέτρο σύγκρισης, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν και μια δεύτερη ομάδα ελέγχου από σπουδαστές της ιατρικής, οι οποίοι επίσης μελετούσαν εντατικά, αλλά χωρίς να μαθαίνουν ξένες γλώσσες. Ενώ οι εγκέφαλοι αυτών των τελευταίων εθελοντών δεν εμφάνισαν καμία άξια λόγου αλλαγή μέσα σε ένα τρίμηνο, αντίθετα οι εγκέφαλοι των υποψήφιων μεταφραστών είχαν διογκωθεί σε συγκεκριμένες περιοχές. Η διόγκωση ήταν πιο αισθητή στον ιππόκαμπο (ο οποίος εμπλέκεται στην μάθηση νέων πραγμάτων και στον προσανατολισμό στο χώρο), καθώς και σε τρεις περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού.

Μάλιστα, προς έκπληξη των επιστημόνων, διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου αναπτύχθηκαν σε διαφορετικό βαθμό ανάλογα με το πόσο καλές ήσαν οι επιδόσεις των μαθητών στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας και πόση προσπάθεια είχαν καταβάλει για να τα καταφέρουν.

Πηγή: protothema.gr

Διαβάστε δύο σχετικά άρθρα στα Αγγλικά:    BBC news        CNN health


Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Τα δημιουργικά παιδιά - Μέρος Β'


ΠΩΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΔΙΕΥΡΥΝΕΙ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΙ ΜΕΣΑ ΤΟΥ

της Μαρίας Σπύρου

Το ερώτημα που γεννιέται μέσα μας όταν μπροστά μας έχουμε ένα δημιουργικό παιδί είναι πώς θα το βοηθήσουμε να νιώσει καλά και να διευρύνει τη δύναμη που κρύβει μέσα του. Κατ' αρχήν η καλύτερη σκέψη δεν είναι να υιοθετήσουμε μια επιτρεπτική συμπεριφορά. Με αυτόν τον τρόπο μαθαίνουμε στο παιδί την ανευθυνότητα και όχι την πειθαρχία του εαυτού του. Χρειάζεται να δείξουμε υπομονή μαζί του και την ίδια στιγμή να του δίνουμε χώρο για “δράση”.

Κάθε φορά που αναζητά να δώσει στις καταστάσεις μια δική του αντιμετώπιση, δεν είναι ανάγκη να επέμβουμε, ας δώσουμε μια παράταση μετρώντας ως το 10 μέσα μας. Προχωράμε σε επέμβαση μόνο αν παρατηρήσουμε πως αληθινά έχει '”κολλήσει” ή αν μας ζητηθεί.

Σημαντικό επίσης είναι να μην ζητάμε με τους συνηθισμένους αυταρχικούς τρόπους να συμμορφωθεί με συγκεκριμένες συμπεριφορές άλλων, γιατί έτσι μόνο το θυμό του θα εισπράξουμε ως αποτέλεσμα. Απλά, χρειάζεται να το ωθήσουμε στην εξέταση συμπεριφορών, ώστε να διαπιστώσει μόνο ποια συμπεριφορά είναι η θετική και να νιώσει ότι με δική του απόφαση επιλέγει αυτό που θα ακολουθήσει.

Επίσης όταν ρωτά τα συχνά “γιατί”, ας μην αδιαφορήσουμε. Ας επιδείξουμε ενδιαφέρον και αν οι ερωτήσεις συνεχιστούν και αισθανθούμε ότι οι απορίες κρύβουν μόνο διάθεση για προσοχή και δεν εκφράζουν αληθινή απορία τότε το ρωτάμε απλά “εσύ τι νομίζεις; Νομίζω η απάντησή σου είναι γνωστή”. Σε καμία περίπτωση δεν δείχνουμε αδιαφορία γιατί οδηγούμε το παιδί στο.... άδοξο τέλος της αναζήτησης .

Γι αυτά τα παιδιά, ας υιοθετήσουμε την άποψη ότι η ζωή μας χρειάζεται να περιλαμβάνει και “το λογικό ρίσκο”. Τα δημιουργικά παιδιά νιώθουν έντονη την ανάγκη να πηγαίνουν αντίθετα με την παράδοση και να βγαίνουν εκτός “κοπαδιού”, και αυτός δεν είναι λόγος να μας δημιουργεί πανικό, αλλά να το δούμε σαν ευκαιρία στο να μάθει το παιδί να εκφράζει και να υποστηρίζει διαφορετικές απόψεις και να αντιμετωπίζει δυσκολίες και συνέπειες που προκύπτουν από αυτές.

Ας αφιερώσουμε λίγο χρόνο σε αυτά τα παιδιά εκφράζοντάς τους το ενδιαφέρον μας για τη ζωή τους χωρίς όμως να αφήνουμε να φανεί ως αδιακρισία. Ουσιαστικό είναι να ρωτήσουμε “πώς πέρασες στο σχολείο;” και όχι “τι βαθμό πήρες;” και ακόμα χειρότερα “τι βαθμό πήρε ο φίλος σου;”. Ο τρόπος μας στο πλησίασμα των παιδιών είναι καθοριστικής σημασίας και σε πολλές περιπτώσεις όσο δύσκολο και αν μας είναι, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το μέλημα μας είναι να έχουν καλή ζωή και όχι οι βαθμολογίες, γιατί οι βαθμοί για εμάς δεν παίζουν ρόλο. Εμείς, στεκόμαστε διακριτικά από κοντά και τα πιστεύουμε και έμπρακτα υποστηρίζουμε την ανάπτυξη της αυτοπεποίθησής τους, πράγμα που σημαίνει ότι όποιος κι αν είναι ο στόχος τους αν επικεντρωθούν σε αυτόν θα τον κατακτήσουν, αρκεί να το θέλουν.

Η επιτυχία για τα δημιουργικά μας παιδιά κατακτιέται δίνοντάς τους τον έπαινο και την επιβράβευση από πολύ νωρίς. Η συνεχής κριτική δεν βοηθά, παρά όταν γίνεται με ουσιαστικό τρόπο και αφού μας επιτραπεί ή ζητηθεί να την εκφράσουμε. Κυρίως με τη στάση μας και με τον τρόπο μας μπορούμε να τους δείξουμε πως η ζωή δεν είναι απλά και μόνο ένα σύνολο κανόνων που όλοι ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο και κοντά σε αυτά να τους παρουσιάζουμε και τα δικά μας ενδιαφέροντα και τους τρόπους που τα καλλιεργούμε.

Μέσα σε όλα αυτά δεν παραλείπουμε να αντιμετωπίζουμε τα παιδιά σαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες και όχι σαν “μελλοντικές προσωπικότητες”. Ακόμα κι όταν είναι μικρά δεν υπάρχει λόγος να τα αδρανοποιούμε με παραχάιδεμα και γλυκανάλατη ομιλία ,αυτή η τακτική τελικά τα κάνει να νιώθουν κατώτερα και να απομακρύνονται .Ας θυμόμαστε να τους απευθυνόμαστε όπως σε όλους γύρω μας, γιατί η συμμετοχή τους στην αληθινή ζωή τα μαθαίνει να στηρίζονται στα πόδια τους και να βρίσκουν τρόπους να καλύπτουν τις ανάγκες τους.

Κι εδώ υπεισέρχεται και ο παράγοντας του παιχνιδιού που στις μέρες μας μάλλον έχει παρερμηνευτεί, καθώς οι μεγαλύτεροι παρέχουν έναν συχνά μεγάλο αλλά άχρηστο αριθμό παιχνιδιών, που καθόλου δεν τα βοηθά. Τα παιδιά που εξερευνούν θα θέλουν πάντα να ανακαλύπτουν παιχνίδια δικής τους κατασκευής χρησιμοποιώντας χαρτιά, πλαστικό, κουτιά κτλ που μπορούν να τα μετατρέψουν σε ό,τι βάλει το μυαλό τους και παράλληλα να καλύψουν την ανάγκη τους για διασκέδαση. Όταν βρεθούμε κάποια στιγμή να αγοράζουμε παιχνίδια, ας προσανατολιζόμαστε σε εναλλακτικές λύσεις όπως τουβλάκια, πάζλ κτλ., για να προάγουμε τη δημιουργική τους φαντασία. Την ίδια στιγμή, αν θέλουμε να συνεχίσουν τα παιδιά μας να είναι δημιουργικά, αποφεύγουμε την παγίδα που μας θέλει “διασκεδαστές τους” και εμπλεκόμενους στις δραστηριότητές τους και σε παιχνίδια τους που δεν μας ευχαριστούν. Αναγκαίο κι εδώ να τους υποδείξουμε ότι η διασκέδασή τους ή το παιχνίδι τους είναι δική τους υπόθεση και χωρίς καμιά ενοχή επιλέγουμε να κάνουμε μαζί τους πράγματα που διασκεδάζουν και εμάς και τα παιδιά.

Η δημιουργία προσωπικού χώρου βοηθά και τα παιδιά μας και εμάς να εξελισσόμαστε. Παραχωρώντας χρόνο για προσωπική απομόνωση και σκέψη υποβοηθούμε τη διαδικασία ωρίμανσής τους. Στηρίζουμε την ανάγκη τους για προσωπική ζωή, μακριά από την υιοθέτηση της ανακριτικής τακτικής που θέλει το γονιό να γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια γύρω από τη ζωή του παιδιού του. Έτσι, με τη διακριτική μας στάση κερδίζουμε την εκτίμηση των παιδιών, που αν κάποια στιγμή δεν βρουν μόνα τους τη λύση, θα έρθουν με δική τους πρωτοβουλία να μας βρουν.

Τέλος, επειδή ειδικά στις μέρες μας από πλευράς γονιών και εκπαιδευτικών, υπάρχει μια διάχυτη τάση να αξιολογούμε και να συγκρίνουμε τα παιδιά με βάση τις επιδόσεις τους σε διάφορους τομείς [μαθησιακούς, αθλητικούς κτλ] δημιουργώντας υπερβολικά άσκοπο συναγωνισμό, ήρθε η ώρα να αναθεωρήσουμε και να αποδεσμεύσουμε τα παιδιά μας από την υποχρέωση να είναι πάντα στη θέση του νικητή [αναθεωρώντας ταυτόχρονα και τον ορισμό του νικητή]. Για να μην ανακόψουμε την πορεία ενός δημιουργικού παιδιού φροντίζουμε να υπενθυμίζουμε και στον εαυτό μας και στο παιδί, ότι αν κανείς μάθει να επιδιώκει μόνο την πρωτιά, καταλήγει ο μεγάλος χαμένος. Το σημείο που έχει νόημα να τονίζεται είναι η σημασία ενός επιτεύγματος για το ίδιο το παιδί και όχι η θέση κατάταξής του σε σχέση με άλλους .

Σαν συμπέρασμα από όλα τα παραπάνω θεωρώ ότι δεν θα έβρισκα καλύτερο επίλογο από τα λόγια του Earl Nightgale στο Direct Line cassette: Οι πράξεις ενός παιδιού μπορεί να βασίζονται σε λανθασμένα δεδομένα... Ο τρόπος που μεγαλώνουν τα περισσότερα παιδιά στο σπίτι και στο σχολείο, τους δίνει μια στραβή εικόνα για το τι είναι ζωή μέσα στην ελεύθερη κοινωνία. Τα παιδιά διδάσκονται να προτιμούν μόνο τα σίγουρα πράγματα ,να αποφεύγουν να διακινδυνεύουν ,να συμμορφώνονται να κάνουν ό,τι μπορούν για να ταιριάξουν στην ομάδα, να γίνουν άλλο ένα πρόβατο στο κοπάδι και να προχωρούν μέσα στη ζωή στις μύτες των ποδιών τους, αντί να τη διασχίζουν τρέχοντας και χορεύοντας. Κατά συνέπεια δεν ξέρουν καν τι μπορούν να αποκτήσουν.

Πηγή: xeniglossa.gr