Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Τα δημιουργικά παιδιά


Μπορεί η εξυπνάδα να είναι ένα προσόν που εκτιμάται ιδιαίτερα σε ένα παιδί, όμως η δημιουργική σκέψη είναι ένα πολύτιμο εφόδιο που δίνει την ευκαιρία στο παιδικό μυαλό να πετάξει πέρα από κανόνες και σύνορα, να γεννήσει ιδέες και ανατρεπτικές λύσεις και να ανοίξει τον δρόμο για ένα καλύτερο αύριο.

Δεν έχει νόημα να το αρνηθούμε! Όλοι οι γονείς, κρυφά μέσα μας, νιώθουμε απίστευτη περηφάνια κάθε φορά που η δασκάλα ή ο δάσκαλος του παιδιού, μας διαβεβαιώνει ότι οι επιδόσεις του στα μαθήματα είναι εξαιρετικές. Πόσοι όμως από εμάς αισθανόμαστε περήφανοι κάθε φορά που το παιδί επιδεικνύει με καμάρι μια ζωγραφιά που δεν θυμίζει ούτε στο ελάχιστο έργο τέχνης, χρησιμοποιεί τις κονσέρβες από το γάλα για να φτιάξει πύργους ή απλά ξεχαρβαλώνει ένα ακόμα αυτοκινητάκι για να δει που είναι κρυμμένες οι μπαταρίες; Κι όμως θα έπρεπε! Γιατί όλα αυτά αποδεικνύουν περίτρανα ότι το μικρό σας χρησιμοποιεί τη δημιουργική του σκέψη - κάτι που τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εκτιμάται όλο και περισσότερο από τους ειδικούς.

Μην μπερδεύεστε με το ταλέντο, ούτε με τους καλούς βαθμούς και την καλή σχολική επίδοση, γιατί η δημιουργική σκέψη είναι κάτι που έχουν όλα τα παιδιά. Είναι ένας μικρός Πήτερ Πάν στο μυαλουδάκι τους που τους επιτρέπει να πετάξουν όπου θέλουν, να σκεφτούν ό, τι θέλουν και να δοκιμάσουν να κάνουν πράγματα όπως αυτά θέλουν. Είναι, με δυο λόγια, το κρυφό δυναμικό που μπορεί να γεννήσει το νέο, το καινούργιο, το φρέσκο, το ανατρεπτικό, το διαφορετικό..

Τα χαρακτηριστικά του δημιουργικού παιδιού
 •           Εκφράζει ευαισθησία για ό, τι συμβαίνει γύρω του.
Έχει δηλαδή τις κεραίες του συνεχώς τεντωμένες, δείχνοντας διαπεραστική ευαισθησία και αναγνωρίζοντας επιπτώσεις ακόμα και για θέματα φαινομενικά συνηθισμένα.

•           Δείχνει ενθουσιασμό για κάποιες δραστηριότητες.
Το παιδί είναι παρορμητικό και γεμάτο ζωντάνια. Ακόμα και όταν μεγαλώνει εξακολουθεί να έχει διάθεση για παιχνίδι και διακρίνεται από έντονο ενθουσιασμό. Η αυτοκριτική δεν παρεμποδίζει τη δημιουργικότητά του και την προσπάθεια να κάνει πράξη τις ιδέες του.

•           Αντιμετωπίζει με σχετική αδιαφορία τα στερεότυπα.
Εκφράζει συχνά δυσαρέσκεια για τις έτοιμες λύσεις και επιδιώκει να εξετάσει κάθε πρόβλημα από πολλές και διαφορετικές οπτικές γωνίες. Τολμά να είναι διαφορετικό από τους άλλους αφού δεν το ενδιαφέρει τόσο να εισπράξει τον έπαινο όσο να δοκιμάσει κάτι που ευχαριστεί το ίδιο.

•           Διακρίνεται από πνευματική ευλυγισία.
Έχει την τάση να μεταπηδά από τον έναν τρόπο προσέγγισης στον άλλο εφαρμόζοντας τη γνώση που κατακτά από τον έναν τομέα σε κάποιον άλλο παρατηρώντας νέες σχέσεις και νέες χρήσεις στον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος γύρω του.

•           Έχει συνήθως αισιόδοξη διάθεση.
Το δημιουργικό παιδί σπάνια πτοείται ή εγκαταλείπει την προσπάθεια. Συνήθως σκέφτεται το πως μπορεί να γίνει κάτι κι όχι το αν μπορεί να γίνει.

Τι γίνεται στο σχολείο;
Τα παιδιά από τη φύση τους έχουν την τάση να είναι δημιουργικά. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του και κατά την προσχολική ηλικία το παιδί έχει ανεπτυγμένη φαντασία και έντονο αυθορμητισμό. Καθώς όμως ξεκινά το σχολείο, οι απαιτήσεις από το περιβάλλον είναι τέτοιες που το αναγκάζουν να ακολουθεί κανόνες και να χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο την λογική, με αποτέλεσμα η δημιουργικότητά του να παρεμποδίζεται ή να αδρανεί.. Σε διάφορες χώρες όπως οι ΗΠΑ όπου η δημιουργικότητα είναι ένα προσόν που εκτιμάται ιδιαίτερα, ταυτόχρονα με το πρόγραμμα γενικής εκπαίδευσης τρέχουν και προγράμματα για την καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης. Πρόκειται για προγράμματα που έχουν σχεδιαστεί από εκπαιδευτικούς ψυχολόγους με σκοπό να ενισχύσουν τη δημιουργική σκέψη των παιδιών.
Σήμερα, η ανάγκη για ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης είναι περισσότερο έντονη από ποτέ και στη χώρα μας και γίνεται συστηματική προσπάθεια για αλλαγές του πλαισίου και του κλίματος στο σχολείο.

Ο ρόλος της οικογένειας
Αν ένα παιδί καταλάβει ότι η δημιουργικότητα του δεν εκτιμάται τότε θα την εγκαταλείψει σιγά - σιγά. Ορίστε τι μπορεί να μπορεί να μειώσει τη δημιουργικότητα του παιδιού:
•          Η έλλειψη αγάπης και ασφάλειας.
•          Η αυταρχική συμπεριφορά απέναντί του.
•          Η έλλειψη ελευθερίας μέσα στο σπίτι.
•          Οι συνεχείς επικρίσεις και η συνεχής διορθωτική παρέμβαση.
•     Η υπερβολική προσκόλληση των μελών της οικογένειας σε κανόνες και συνήθειες.
•          Οι αυξημένες προσδοκίες και επιβράβευση μόνο για το τέλειο αποτέλεσμα.
•          Η απαισιόδοξη ή αδιάφορη αντιμετώπιση απέναντι σε προβλήματα.
•          Ο φόβος μήπως το παιδί φανεί ανόητο η γελοίο στους άλλους.
•          Η σύγκριση με άλλο παιδιά ή η υπερβολική έμφαση στον συναγωνισμό.
•          Το άγχος για τα λάθη ή την πιθανή αποτυχία του παιδιού.

Τώρα που ξέρετε... δώστε νέα ώθηση!
 Η δημιουργικότητα είναι κάτι που μπορεί να ενισχυθεί και να αυξηθεί, όπως μπορεί να βελτιωθεί η αναγνωστική ικανότητα, η μαθηματική σκέψη και η αθλητική επίδοση ενός παιδιού. Για να γίνει αυτό θα πρέπει πρώτα απ όλα οι γονείς να συνειδητοποιήσουν ότι η δημιουργικότητα είναι μια ξεχωριστή ικανότητα με ιδιαίτερη αξία για το ίδιο το παιδί και το κοινωνικό σύνολο άσχετα με το ποια είναι η σχολική του επίδοση.
Από εκεί και πέρα στόχος των γονιών πρέπει να είναι να μάθουν να εντοπίζουν και να αναγνωρίζουν τα δημιουργικά χαρίσματα του παιδιού εξασφαλίζοντάς του τις κατάλληλες ευκαιρίες για να εκφράσει και να αναπτύξει το δικό του προσωπικό δημιουργικό στυλ. Πως;
•    Ενθαρρύνοντας το παιδί να χρησιμοποιεί τη φαντασία του.
•   Απαντώντας στις ερωτήσεις του όποιες κι αν είναι αυτές.
•   Φέρνοντάς το σε επαφή με νέα ερεθίσματα.
•   Εξασφαλίζοντας ευκαιρίες για δημιουργικό παιχνίδι και καλλιτεχνικές δραστηριότητες.
•   Κάνοντας ταξίδια έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να διευρύνει τους ορίζοντές του
•   Δείχνοντας ενδιαφέρον για τις ιδέες και τις σκέψεις του παιδιού.
•  Επαινώντας το για τις δημιουργικές του ικανότητες κι όχι μόνο για τις επιδόσεις του στα μαθήματα.


Της Φλώρας Κασσαβέτη, με την συνεργασία του Ιωάννη Ν. Παρασκευόπουλου - Ομότιμου Καθηγητή Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών.


Πηγή: www.paidimag.gr


Διαβάστε ακόμη



Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Δεκαέξι Μύθοι και Αλήθειες για τη Δυσλεξία


Στο 25% των μαθητών υπολογίζονται τα παιδιά με δυσλεξία στην Ελλάδα. Πολλά από αυτά αντιμετωπίζουν την επικριτική συμπεριφορά, τόσο των δασκάλων, όσο και των γονιών τους, οι οποίοι δεν μπορούν να αντιληφθούν το πρόβλημα.

Η δυσλεξία είναι συνήθως κληρονομική με κύρια συμπτώματα στην ανάγνωση και στην ορθογραφία (στον γραπτό λόγο) , όμως ταυτόχρονα αποτελεί βιολογική υπεροχή. Γι ’αυτό δεν εμπόδισε τους Αϊνστάιν, Έντισον, Λεονάρντο Ντα Βίντσι, Ρoκφέλερ, Τομ Κρουζ, Σιλβέστερ Σταλόνε, όλοι τους δυσλεξικοί να διαπρέψουν ως διάσημοι εφευρέτες, επιστήμονες, ολυμπιονίκες, έμποροι ή και καλλιτέχνες. Το πέτυχαν επειδή η δυσλεξία τους προίκισε με δημιουργικούς εγκεφάλους, επειδή τους συμπαραστάθηκαν, επειδή πίστεψαν στον εαυτό τους, επειδή προσπάθησαν. Δηλαδή, η δυσλεξία δε σταματά το παιδί να αναπτύξει το ταλέντο του και να επιτύχει, αρκεί να διαγνωσθεί έγκαιρα και σωστά και το παιδί να βοηθηθεί, να εμψυχωθεί, να γίνει αποδεκτό όπως είναι και να προσπαθήσει.

Μύθος 1: Δεν υπάρχει «θεραπεία» για τη δυσλεξία.
Αλήθεια: H δυσλεξία δεν είναι ασθένεια. Με τη σωστή διδασκαλία και τη βοήθεια του κατάλληλου ατόμου, οι δυσλεκτικοί μπορούν να μάθουν να διαβάζουν ακριβώς όπως και οποιοσδήποτε άλλος.

Μύθος 2: Οι δυσλεκτικοί έχουν «ειδικές ικανότητες».
Αλήθεια: Εκτός από τα προβλήματα τους με την ανάγνωση, οι δυσλεκτικοί έχουν λίγο-πολύ τις ίδιες ικανότητες με όλους τους άλλους. Μερικοί δυσλεξικοί έχουν εξαιρετικές ικανότητες, αλλά ακριβώς το ίδιο πράγμα μπορεί να ειπωθεί και για άτομα χωρίς πρόβλημα δυσλεξίας.

Μύθος 3: Η δυσλεξία είναι ένα «δώρο».
Αλήθεια: Το μόνο που προσφέρει η δυσλεξία στους δυσλεξικούς που δεν έχουν μάθει να διαβάζουν σωστά είναι δυστυχία. Όσους δυσλεκτικούς και να ρωτήσουμε δεν θα πάρουμε θετική απάντηση για την δυσλεξία. Χαρακτηριστική είναι η έκφραση ενός δυσλεκτικού: «εάν η δυσλεξία είναι δώρο, παρακαλώ πάρτε την πίσω»

Μύθος 4: Οι δυσλεκτικοί έχουν υψηλή νοημοσύνη.
Αλήθεια: Επανειλημμένες μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχει πολύ μικρή σχέση μεταξύ της δυσλεξίας και της νοημοσύνης στα μικρά παιδιά. Η νοημοσύνη των δυσλεκτικών κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα με των μη δυσλεκτικών ατόμων. Ωστόσο εάν οι δυσλεκτικοί δεν μάθουν να διαβάζουν, φαίνεται ότι το IQ τους μειώνεται περισσότερο από των μη δυσλεκτικών με την ηλικία.

Μύθος 5: Οι δυσλεκτικοί έχουν χαμηλή νοημοσύνη.
Αλήθεια: Όπως είπαμε ήδη δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στη νοημοσύνη και στην δυσλεξία. Έχουν υπάρξει μεγάλες προσωπικότητες με ιδιαίτερα υψηλό IQ οι οποίοι είχαν δυσλεξία (όπως ο Einstein, ο Thomas Edison και πολλοί άλλοι)

Μύθος 6: Η δυσλεξία δεν μπορεί να διαγνωστεί στα πολύ μικρά παιδιά.
Αλήθεια: Ο έμπειρος δάσκαλος μπορεί να εντοπίσει την δυσλεξία από τις πρώτες μέρες του παιδιού στο σχολείο. Η άποψη ότι σε κάποια παιδιά η δυσλεξία αργεί να εμφανιστεί είναι αβάσιμη.

Μύθος 7: Η δυσλεξία εμφανίζεται σε πολύ μικρό ποσοστό πληθυσμιακά
Αλήθεια: Πρόσφατες έρευνες σε Βρετανία και ΗΠΑ δείχνουν ότι το 15-20% του πληθυσμού αντιμετωπίζει πρόβλημα δυσλεξίας. Με βάση το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα πολλοί γονείς δυσκολεύονται να αποδεχτούν το πρόβλημα, το ποσοστό αυτό ίσως είναι ακόμα μεγαλύτερο.

Μύθος 8: Οι δυσλεκτικοί χρειάζονται ειδική επαγγελματική βοήθεια.
Αλήθεια: Σχεδόν ο καθένας μπορεί να διδάξει έναν δυσλεκτικό να διαβάζει και να συλλαβίζει, εάν έχει υπομονή, σωστό πρόγραμμα και μέθοδο.

Μύθος 9: Τα παιδιά «μαθαίνουν να διαβάζουν διαβάζοντας».
Αλήθεια: Εάν αυτό ήταν έτσι, κάθε παιδί θα ήταν σε θέση να διαβάσει. Το να δίνουμε βιβλία σε παιδιά πριν να έχουν αποκτήσει την ικανότητα να διαβάζουν είναι εφάμιλλο της παιδικής κακοποίησης! Ποτέ δεν θα πρέπει να αναγκάζουμε τα παιδιά να επιδεικνύουν δημόσια την όποια ανικανότητα τους.

Μύθος 10: Η αντιστροφή γραμμάτων είναι μια σαφής ένδειξη της δυσλεξίας.
Αλήθεια:  Αν τα παιδιά διδάσκονται να σχηματίζουν γράμματα σωστά, δεν αντιστρέφουν τα γράμματα, είτε είναι δυσλεκτικά ή όχι. Όταν τα παιδιά αφήνονται να αντιγράφουν τα γράμματα με τον τρόπο που θέλουν, συνήθως περνούν σε μία φάση που αντιστρέφουν τα γράμματα και τα δυσλεκτικά παιδιά αργούν περισσότερο να ανακάμψουν από αυτό.

Μύθος 11: Τα συμπτώματα της δυσλεξίας φθίνουν με την πάροδο του χρόνου χωρίς παρέμβαση
Αλήθεια: Οι δυσλεκτικοί αναπτύσσουν από μόνοι τους τεχνικές ώστε να αντεπεξέλθουν στο πρόβλημα τους. Έτσι το πρόβλημα συγκαλύπτεται, η δυσλεξία όμως παραμένει.

Μύθος 12: Τα αγόρια είναι 3 ή 4 φορές πιο πιθανό να είναι δυσλεκτικά από ό, τι τα κορίτσια.
Αλήθεια:  Τα αγόρια είναι πολύ πιο πιθανό να αποτύχουν να μάθουν να διαβάζουν με σύγχρονες μεθόδους διδασκαλίας, αλλά αυτό δεν είναι επειδή είναι πιο επιρρεπή στη δυσλεξία. Συνήθως τα αγόρια λόγω του ότι είναι πιο υπερκινητικά και διασπάται ευκολότερα η προσοχή τους, μαθαίνουν να διαβάζουν πιο δύσκολα.

Μύθος 13: Δυσλεκτικά θεωρούνται μόνο τα άτομα που παρουσιάζουν αντιστροφή των γραμμάτων
Αλήθεια: Η δυσλεξία είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, με πολυποίκιλα συμπτώματα που δεν περιορίζονται μόνο στην αντιστροφή των γραμμάτων. Για παράδειγμα ένα άτομο μπορεί να παρατηρεί λέξεις που «ξεφεύγουν» από τη σειρά τους, ενώ ένα άλλο άτομο να εντοπίζει «θαμπές» λέξεις στο κείμενο.

Μύθος 14: Οι δυσλεκτικοί είναι τεμπέληδες
Αλήθεια: Οι δυσλεκτικοί δεν είναι τεμπέληδες. Ο εγκέφαλος των δυσλεκτικών παιδιών εργάζεται εντονότερα από των μη δυσλεκτικών. Η απογοήτευσή τους όταν δεν τα καταφέρνουν τους οδηγεί στο να εγκαταλείπουν αυτό που κάνουν. Αυτό από κάποιους εκλαμβάνεται ως τεμπελιά, χωρίς όμως να ισχύει κάτι τέτοιο.

Μύθος 15: Οι δυσλεκτικοί είναι αδέξιοι, και δυσκολεύονται (για παράδειγμα) να μάθουν να δένουν τα κορδόνια τους.
Αλήθεια: Μερικοί δυσλεκτικοί είναι όντως αδέξιοι, αλλά οι περισσότεροι δεν είναι. Για άλλη μια φορά, δεν υπάρχει κάποια αποδεδειγμένη σχέση. Τα περισσότερα αδέξια παιδιά μαθαίνουν να διαβάζουν χωρίς πρόβλημα.

Μύθος 16: Η αριστεροχειρία είναι σημάδι δυσλεξίας.
Αλήθεια:  Δεν υπάρχουν μελέτες που να έχουν βρει ποτέ κάτι περισσότερο από μία πολύ μικρή σύνδεση. Οι περισσότερες μελέτες δεν υποδεικνύουν κάποια σχέση ανάμεσα στην αριστεροχειρία και τη δυσλεξία.

Επιμέλεια Αλέξανδρος Γιατζίδης, M.D., Kλεοπάτρα Ζουμπουρλή, μορ.βιολόγος

Πηγή: Medlabnews.gr 






Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Τι να κάνω για να διαβάζει το παιδί μου; Συμβουλές για γονείς.


Της Ειρήνης Κορδερά
 Παιδοψυχολόγου 
Ψυχολόγου Υγείας

Μια από τις πιο συχνές αιτίες διένεξης ανάμεσα σε γονείς και παιδιά είναι το διάβασμα για την επόμενη μέρα. Υπάρχουν βέβαια και παιδιά που μελετούν πρόθυμα τα μαθήματά τους, οπότε σ’ αυτή την περίπτωση τα πράγματα είναι αρκετά εύκολα για τους γονείς.

Τι γίνεται όμως όταν το αγγελούδι μας αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί και νοιώθουμε την υπομονή μας να εξαντλείται μη ξέροντας τι άλλο να δοκιμάσουμε;

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλά που μπορεί να κάνει ένας γονιός για να βοηθήσει το παιδί του να γίνει πιο υπεύθυνο και να ανταποκρίνεται καλύτερα στις σχολικές του υποχρεώσεις.

Επειδή όμως «η αρχή είναι το ήμισυ του παντός» είναι σημαντικό να κάνουμε μια καλή αρχή απ’ την πρώτη δημοτικού. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό δεν έχει συμβεί, ποτέ δεν είναι πολύ αργά.

Το πρώτο πράγμα που μπορούν να κάνουν οι γονείς είναι να μάθουν στα παιδιά τους πώς να οργανώνουν το διάβασμά τους. Οργάνωση όμως δεν σημαίνει μόνο πίνακες με χρονοδιαγράμματα. Όλη η οικογένεια χρειάζεται να μπει σ’ ένα σχετικό πρόγραμμα. Να υπάρχει, για παράδειγμα, συγκεκριμένη ώρα φαγητού και τα υπόλοιπα μέλη να σέβονται τις ώρες που το παιδί διαβάζει αφήνοντάς το ανενόχλητο. Για να το επιτύχουμε αυτό χρειάζεται να ορίσουμε έναν σταθερό χώρο διαβάσματος.

Το δωμάτιο του παιδιού και συγκεκριμένα το γραφείο του είναι ο ιδανικός χώρος για τον σκοπό αυτό, καθώς εκεί μπορεί να απλώσει όλα τα βιβλία και τις σημειώσεις του και να κλείσει την πόρτα του περιορίζοντας έτσι τα ερεθίσματα που του αποσπούν την προσοχή. Αν πάλι παρατηρήσουμε ότι η προσοχή του διασπάται εύκολα, καλό είναι να τοποθετήσουμε το γραφείο του μακριά από το παράθυρο.

Πέρα όμως από τον χώρο, εξίσου σημαντικός είναι και ο χρόνος του διαβάσματος. Δεν μπορούμε, για παράδειγμα, να ζητάμε από ένα παιδί να ξεκινάει το διάβασμά του αμέσως μετά το μεσημεριανό φαγητό, πολύ αργά το βράδυ όταν είναι ήδη πολύ κουρασμένο ή την ώρα που προβάλλεται η αγαπημένη του εκπομπή στην τηλεόραση.

Γι’ αυτό λοιπόν, θα πρέπει από πριν να έχουμε συζητήσει μαζί του και να έχουμε συμφωνήσει σε μια σταθερή ώρα που όλοι θεωρούμε κατάλληλη για να ξεκινά το διάβασμά του. Σε ότι αφορά τώρα τη διάρκεια, η πολύωρη μελέτη δεν είναι απαραίτητα και πιο αποδοτική, καθώς δεν εξασφαλίζει τη συγκέντρωση.

Ο βαθμός συγκέντρωσης ενισχύεται με συχνά και σύντομα διαλείμματα. Επίσης είναι σημαντικό, αμέσως μόλις το παιδί ολοκληρώνει το διάβασμά του, να ακολουθεί μια επιβράβευση (π.χ. να του επιτρέψουμε να παίξει με τους φίλους του ή με το αγαπημένο του παιχνίδι). Στην περίπτωση πάντως που περιμένει την τελευταία στιγμή για να κάνει τα μαθήματά του, καλό είναι να παραμείνουμε αμέτοχοι.

Παράλληλα, μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά μας και κάποιες τεχνικές διαβάσματος, όπως π.χ. να μελετούν τα πιο δύσκολα ή βαρετά μαθήματα στην αρχή που είναι πιο ξεκούραστα, να αποφεύγουν την «παπαγαλία» και να κάνουν ανακεφαλαίωση. Μπορούμε να τους δείξουμε πώς να υπογραμμίζουν τα κύρια σημεία ενός κειμένου, να εντοπίζουν τις «λέξεις - κλειδιά» ή να γράφουν έναν δικό τους τίτλο δίπλα σε κάθε παράγραφο, ώστε να ενισχύουν έτσι την οπτική τους μνήμη και να συγκρατούν ευκολότερα τις πληροφορίες.

Συγχρόνως όμως, είναι αναγκαίο οι γονείς να καταλάβουν ότι τα παιδιά θα πρέπει προοδευτικά να μάθουν να οργανώνουν μόνα τους το διάβασμά τους, να είναι δηλαδή αυτόνομα. Δεν «διαβάζουμε» όλοι μαζί τα μαθήματα της επόμενης ημέρας! Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το διάβασμα είναι ευθύνη του ίδιου του παιδιού, γιατί έτσι ενισχύουμε την αίσθηση της υπευθυνότητάς του.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το αφήνουμε στη μοίρα του, αλλά ότι παρεμβαίνουμε μόνο όπου αυτό χρειάζεται, ανάλογα πάντα με την ηλικία του. Για παράδειγμα, βοηθούμε περισσότερο στην πρώτη δημοτικού, αλλά δεν στεκόμαστε με τον ίδιο τρόπο κοντά του στην τετάρτη δημοτικού, όπου περιμένουμε να είναι πιο αυτόνομο.

Στην περίπτωση τώρα που το παιδί αρνείται επίμονα να διαβάσει, μπορούμε να το αφήσουμε μια φορά να πάει αδιάβαστο, ώστε να έρθει αντιμέτωπο με τις συνέπειες της αμέλειάς του. Μια τέτοια ενέργεια βέβαια προϋποθέτει ότι θα ενημερώσουμε τον δάσκαλο, εξηγώντας του τι κάναμε και γιατί. Γενικότερα άλλωστε, η καλή σχέση και η συνεργασία με τον δάσκαλο είναι πολύ σημαντική για την πρόοδο του παιδιού μας.

Το πιο σημαντικό απ’ όλα όμως είναι η στάση των ίδιων των γονιών απέναντι στο διάβασμα. Αντί να βλέπουμε τηλεόραση την ώρα που ζητάμε απ’ το παιδί μας να διαβάσει, ας την κλείσουμε κι ας διαβάσουμε κι εμείς κάτι, ένα λογοτεχνικό, μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό.

Μπορούμε να του μάθουμε να αγαπά το διάβασμα αγοράζοντας του από μικρή ηλικία παραμύθια ή λογοτεχνικά βιβλία, ώστε να συνδυάσει το διάβασμα με κάτι ευχάριστο. Το βιβλία αυτά όμως θα πρέπει να τα επιλέγει το ίδιο το παιδί με βάση τα δικά του ενδιαφέροντα. Μια καλή ιδέα θα ήταν να επισκεφτούμε μαζί ένα βιβλιοπωλείο ή μια έκθεση βιβλίου, όπου θα μπορεί να επιλέξει κάτι που του αρέσει.

Παράλληλα, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε το διάβασμα για το σχολείο όσο γίνεται πιο διασκεδαστικό. Δεν σκίζουμε σελίδες και δεν σβήνουμε με μανία, επειδή το παιδί έκανε κάποιο λάθος ή επειδή δεν μας άρεσαν τα γράμματά του!

Ο στόχος είναι να αγαπήσει το διάβασμα, γι’ αυτό μπορούμε να του διδάξουμε μαθηματικά χρησιμοποιώντας τουβλάκια ή όσπρια, να παροτρύνουμε ένα μικρότερο παιδί να ζωγραφίσει κάτι με βάση αυτό που διάβασε στην ιστορία ή ένα μεγαλύτερο να δοκιμάσει μαζί μας ένα πείραμα που έμαθε στη φυσική ή στη χημεία. Τα παιδιά χρειάζεται να καταλαβαίνουν τη χρησιμότητα όσων διαβάζουν και μπορούμε να τα βοηθήσουμε σ’ αυτό, δίνοντας τους απτά παραδείγματα από την καθημερινή ζωή για το πώς να χρησιμοποιούν όσα μαθαίνουν.

Επιπλέον, είναι σημαντικό οι γονείς να μην μεταφέρουν το δικό τους άγχος για το σχολείο στα παιδιά και να μην έχουν υπερβολικά υψηλές προσδοκίες. Καλός μαθητής δεν είναι μόνο ο πρώτος. Δεν μπορούμε και δεν χρειάζεται να είμαστε όλοι πρώτοι ή τέλειοι. Τα «κηρύγματα», οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί και οι συγκρίσεις με τα άλλα παιδιά ή τα αδέρφια δεν βοηθούν.

Χρειάζεται να επιβραβεύουμε την προσπάθεια άσχετα από τους βαθμούς, γιατί έτσι ενισχύουμε την αυτοεκτίμηση του παιδιού μας που είναι καθοριστικής σημασίας για την πρόοδό του, όχι μόνο στο σχολείο αλλά και στη ζωή του γενικότερα. Πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι στην καθημερινότητα των παιδιών είναι αναγκαία η ύπαρξη ελεύθερου χρόνου για παιχνίδι ή χασομέρι, στοιχεία απαραίτητα για την υγιή ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη και να μην τα υπερφορτώνουμε με δραστηριότητες. Πάνω απ’ όλα έχουν ανάγκη να είναι παιδιά.

Ας απομακρυνθούμε από τον μύθο που λέει ότι όσο πιο καλούς βαθμούς παίρνεις τόσο πιο επιτυχημένος γίνεσαι και ας αναρωτηθούμε: Θέλουμε μια καταρρακωμένη προσωπικότητα με καλούς βαθμούς ή μια υγιή προσωπικότητα με μέτριους ή ακόμη και κακούς βαθμούς; Άλλωστε το να μην είναι κανείς καλός μαθητής δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνει και χρήσιμος ή ευτυχισμένος άνθρωπος.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Μεταξύ 6 και 9 ετών ξεκινούν την εκμάθηση ξένων γλωσσών


Tα περισσότερα παιδιά στην Ευρώπη

Όλο και πιο μικρά τα παιδιά στην Ευρώπη αρχίζουν να μαθαίνουν ξένες γλώσσες, σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σύμφωνα με την έκθεση, τα περισσότερα παιδιά στην Ευρώπη ξεκινούν την εκμάθηση ξένων γλωσσών μεταξύ 6 και 9 ετών. Η πλέον διαδεδομένη εκμάθηση ξένης γλώσσας στην Ευρώπη είναι τα αγγλικά και ακολουθούν τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα γερμανικά και τα ρωσικά.

Σύμφωνα με την έκθεση, όλο και περισσότεροι μαθητές μαθαίνουν πλέον τουλάχιστον δύο γλώσσες, κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης. Κατά μέσο όρο, το 2009- 2010, το 60,8% της χαμηλότερης βαθμίδας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διδάχθηκε δύο ή περισσότερες ξένες γλώσσες- ποσοστό που αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 14,1% έναντι της περιόδου 2004- 2005. Κατά την ίδια περίοδο, το ποσοστό των μαθητών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που δεν διδάχθηκε μια ξένη γλώσσα μειώθηκε από 32,5% σε 21,8%.

Από την έκθεση προκύπτει, επίσης, ότι οι περισσότερες χώρες μείωσαν την ηλικία έναρξης της υποχρεωτικής διδασκαλίας ξένων γλωσσών τα τελευταία 15 έτη, με εξαίρεση το Βέλγιο (γαλλόφωνη κοινότητα), τη Λετονία, το Λουξεμβούργο, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, τις Κάτω Χώρες, τη Φινλανδία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Τα αγγλικά είναι η πλέον διδασκόμενη ξένη γλώσσα και στις 32 σχεδόν χώρες, που καλύπτει η έρευνα (27 κράτη μέλη, Κροατία, Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία και Τουρκία)- από το 2004/ 2005 η τάση αυτή σημείωσε σημαντική αύξηση. Στη χαμηλότερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στην ανώτερη βαθμίδα της γενικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το ποσοστό των μαθητών που μαθαίνουν αγγλικά υπερβαίνει το 90%.
«Η γλωσσική και πολιτισμική πολυμορφία αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης», δήλωσε με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της έρευνας η αρμόδια επίτροπος για την Εκπαίδευση, τον Πολιτισμό, την Πολυγλωσσία και τη Νεολαία Ανδρούλα Βασιλείου. Η εκμάθηση γλωσσών διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των λαών και των χωρών και ενθαρρύνει τη διασυνοριακή κινητικότητα και την ένταξη των μεταναστών», δήλωσε η Κύπρια επίτροπος.

Η σημασία της εκμάθησης ξένης γλώσσας αποτέλεσε, εξάλλου, το κεντρικό θέμα της διάσκεψης «Πολυγλωσσία στην Ευρώπη» που οργάνωσε η Επιτροπή στη Λεμεσό, στην Κύπρο, από τις 26 έως τις 28 Σεπτεμβρίου. Η κ. Βασιλείου εκφώνησε την εναρκτήρια ομιλία.

Πηγή: Εφημερίδα «Αγγελιοφόρος»


Διαβάστε ακόμη




Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Θέλω το Proficiency τώρα!


της Άνσας Λακιώτη

Εδώ και αρκετά χρόνια έχω κάνει τη φράση «Πρώτα η γνώση, μετά η πιστοποίηση» το motto που καθορίζει την διδασκαλία μου και κατ’ επέκταση καθοδηγεί τους μαθητές και τις μαθήτριές μου. Προέκυψε από την ανάγκη να επισημανθεί το αυτονόητο γιατί τα τελευταία χρόνια το «κυνήγι» του πιστοποιητικού γλωσσομάθειας έχει γίνει ανελέητο, ανεξέλεγκτο και – τολμώ να πω – εχθρικό απέναντι στη γνώση.

Οι απίστευτα γρήγοροι ρυθμοί της εποχής, η καταλυτική παρουσία της τεχνολογίας στη ζωή μας και η ισοπεδωτική παρουσία του Διαδικτύου στην καθημερινότητά μας καθιστούν συχνά δύσκολη την διαχείριση ακόμη και απλών διαδικασιών όπως η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας!
Ξαφνικά, έχουμε την αίσθηση ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα σε χρόνο μηδέν και, το κυριότερο, με μηδενική προσπάθεια. Αυτό κατά κύριο λόγο προωθούν οι διαφημιστές γιατί φυσικά θέλουν να πουλήσουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους. Και πολύ καλά κάνουν. Αν όμως κάτι που μπορεί να ισχύει για τις υπηρεσίες που προσφέρει μια εταιρεία τηλεπικοινωνίας, όπως π.χ. η ταχύτητα, προσπαθούμε να το εφαρμόσουμε αδιακρίτως σε άλλους τομείς, όπως π.χ. την παιδεία, μάλλον προδιαγράφουμε μια αποτυχία.

Η απόκτηση της γνώσης χρειάζεται και χρόνο και συστηματική προσπάθεια. Η τεχνολογία μπορεί να διευκολύνει πολύ τη διαδικασία, να την εμπλουτίσει αλλά ο χρόνος και η συστηματική προσπάθεια του εκάστοτε ενδιαφερόμενου καθορίζονται αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο και τις ανάγκες του.

Για παράδειγμα, στη διαδικασία της εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας το Διαδίκτυο προσφέρει μια πλουσιότατη πηγή πληροφοριών και βοηθημάτων. Όμως η απλή – και πολύ συχνά βιαστική και επιφανειακή – ανάγνωση αυτών των πληροφοριών δεν προσφέρει την γνώση. Άλλο πληροφόρηση και άλλο γνώση.

Αν λοιπόν ο στόχος μας είναι να μάθουμε μια ξένη γλώσσα χρειαζόμαστε – επαναλαμβάνω και τονίζω – χρόνο και συστηματική προσπάθεια. Επίσης πρέπει να γνωρίζουμε και για ποιο λόγο θέλουμε να μάθουμε την ξένη γλώσσα. Για άμεση προφορική επικοινωνία; Για ανταλλαγή e-mail; Για σπουδές στη χώρα όπου ομιλείται η συγκεκριμένη γλώσσα; Για έρευνα; Γιατί απλά μας αρέσει;

Οι απαντήσεις που θα δώσουμε σε αυτές τις ερωτήσεις είναι πολύ σημαντικές. Θα καθορίσουν:
α. πόσο χρόνο θα χρειαστούμε
β. τι προσπάθεια θα καταβάλλουμε
γ. τι πιστοποιητικό γλωσσομάθειας θα χρειαστούμε

Δυστυχώς πολύ συχνά η απόκτηση του πιστοποιητικού έχει προτεραιότητα εις βάρος του χρόνου και της προσπάθειας. Τουλάχιστον αυτή την επιθυμία εκφράζουν αρκετά συχνά μαθητές και γονείς. Η φράση – τίτλος «Θέλω το Proficiency τώρα!» μπορεί να φαίνεται υπερβολική αλλά δεν είναι. Ακόμη και αν εξηγήσεις στον μαθητή ή τον γονέα όλα αυτά που ανέφερα πιο πάνω περί χρόνου και προσπάθειας, θα σε ακούσουν μεν, θα νεύουν καταφατικά όση ώρα εξηγείς τα πως και γιατί αλλά τις περισσότερες φορές θα σε αποστομώσουν με ένα «Να, αλλά εγώ θέλω το Proficiency σε 3 μήνες!»

Πόσο περιθώριο πλέον έχει κανείς να κάνει κατανοητή την πραγματικότητα; Η οποία πραγματικότητα κάνει ξεκάθαρο ότι το Proficiency είναι ένα πιστοποιητικό ακαδημαϊκού επιπέδου και συνεπώς δεν μπορεί να αποκτηθεί σε 3 μήνες από έναν άνθρωπο που πριν κάποια χρόνια – όπως με καμάρι δηλώνει ο ίδιος – «πήρε το lower». (Ακόμη και αν η γνώση βγει στο μέλλον σε μορφή … κάψουλας, ένα χρονικό περιθώριο μεταβολισμού της πάλι θα χρειάζεται!)

Επίσης σαν πιστοποιητικό ακαδημαϊκού επιπέδου το Proficiency δεν μπορεί να αποκτηθεί από ένα 13χρονο παιδί, που παρά την εξυπνάδα του, την εργατικότητα, την επιμέλειά του δεν έχει κάποιες βασικές ικανότητες και γνώσεις που απαιτούνται για να διαχειριστεί επιτυχώς τις γραπτές και προφορικές δοκιμασίες που οδηγούν στην απόκτηση του συγκεκριμένου πιστοποιητικού.

Για παράδειγμα: αν στην προφορική εξέταση του ζητηθεί να διαλέξει «Προτάσεις για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του καινούριου Δημαρχείου» ή «Χώρα για σχολική επίσκεψη» μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει ότι ένα 13χρονο παιδί θα έχει δυσκολίες λόγω άγνοιας θεμάτων που δεν άπτονται της πολύ καλής γνώσης γραμματικής ή λεξιλογίου που πιθανόν να έχει.
Εν κατακλείδι, είτε πρόκειται για παιδί, έφηβο ή ενήλικα, η απόκτηση της γνώσης μιας ξένης γλώσσας απαιτεί χρόνο και συστηματική προσπάθεια. Μόνον με αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί να είναι εφικτή η απόκτηση του όποιου πιστοποιητικού γλωσσομάθειας εξυπηρετεί τις ανάγκες αυτού που θέλει να το αποκτήσει. «Πρώτα η γνώση, μετά η πιστοποίηση» λοιπόν. Άλλωστε πώς μπορεί να πιστοποιήσει κανείς κάτι που δεν υφίσταται;